Page 47 of 48 FirstFirst ... 3745464748 LastLast
Results 691 to 705 of 709

Thread: Apospasmata Thread

  1. #691
    Bittertruth sweetooth paddy honey's Avatar
    Join Date
    Feb 2016
    Location
    Dolce Vita
    Posts
    856

    Default "-"

    από τον μάγο της Αναγέννησης, ο οποίος σε μεγάλο βαθμό έμεινε απρόσβλητος από τις διώξεις. Η Υψηλή Μαγεία και η τέχνη των μαγισσών μοιράζονταν πολλά κοινά στοιχεία. Οι δαιμονολόγοι εισήγαγαν στον ορισμό της μαγείας θέματα από την παράδοση της διδασκόμενης μαγικής τέχνης. Μεταξύ αυτών ήταν η νεοπλατωνικής προέλευσης πεποίθηση ότι ο Έρωτας αποτελούσε συμπαντική δύναμη που έδενε το σύμπαν με σχέσεις "ομοιοπάθειας" και έλξης, επιτρέποντας στον μάγο να χειραγωγήσει και να μιμηθεί τη φύση στα πειράματά του. Μια παρόμοια δύναμη αποδόθηκε στη μάγισσα, η οποία υποτίθεται ότι μπορούσε να προκαλέσει καταιγίδες αναδεύοντας μια λακκούβα με νερό ή να ασκήσει μια "έλξη" παρόμοια με τους δεσμούς των μετάλλων στην αλχημιστική παράδοση (Yates 1964: 145 κ.εξ.' Couliano 1987). Η ιδεολογία της μαγείας επίσης αντανακλούσε το βιβλικό δόγμα, κοινό στους μάγους και τους αλχημιστές, που επιβεβαίωνε μια σχέση ανάμεσα στη σεξουαλικότητα και τη γνώση. Η άποψη ότι οι μάγισσες όφειλαν τις δυνάμεις τους στη συνουσία με τον Διάβολο εξέφραζε την πεποίθηση των αλχημιστών ότι οι γυναίκες είχαν σφετεριστεί τα μυστικά της χημείας κάνοντας σεξ με ατίθασους δαίμονες (Seligmann 1948: 76). Η Υψηλή Μαγεία, πάντως, δεν διώχτηκε (αν και η αλχημεία αποδοκιμαζόταν ολοένα και περισσότερο), επειδή αντιμετωπίστηκε ως οκνηρή ενασχόληση και, ως εκ τούτου, χάσιμο χρόνου και πόρων. Οι μάγοι αποτελούσαν μια ελίτ που συχνά υπηρετούσε ηγεμόνες και άλλους υψηλά ιστάμενους (Couliano 1987: 156 κ.εξ.), γεγονός που έκανε τους δαιμονολόγους να τους διακρίνουν με προσοχή από τις μάγισσες, εντάσσοντας την Υψηλή Μαγεία (ιδιαίτερα την αστρολογία και την αστρονομία) στο πεδίο των επιστημών.
    Το αντίστοιχο της τυπικής ευρωπαίας μάγισσας δεν ήταν, λοιπόν, οι μάγοι της Αναγέννησης, αλλά οι αποικιοκρατούμενοι ιθαγενείς της Αμερικής και οι σκλαβωμένοι Αφρικανοί, οι οποίοι μοιράζονταν την ίδια μοίρα με αυτή των γυναικών στην Ευρώπη, παρέχοντας στις φυτείες του "Νέου Κόσμου" μια φαινομενικά απεριόριστη προσφορά εργασίας, απαραίτητη για τη συσσώρευση κεφαλαίου. Οι τύχες των ευρωπαίων γυναικών και των Ινδιάνων και Αφρικανών στις αποικίες ήταν τόσο συνδεδεμένες, ώστε οι επιδράσεις τους ήταν αμοιβαίες. (...) Η κοινή μοίρα των ευρωπαίων μαγισσών και των αποικιοκρατούμενων υπηκόων της Ευρώπης φαίνεται και από την αλληλεπίδραση της ιδεολογίας της "μαγείας" και του ρατσισμού που αναπτύχθηκε, κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα, στα κατακτημένα εδάφη και στο εμπόριο σκλάβων. Ο Διάβολος εικονιζόταν ως μαύρος και οι μαύροι αντιμετωπίζονταν ολοένα και περισσότερο ως δαίμονες. (...) Ο Διάβολος συχνά απεικονιζόταν με δύο πέη, ενώ οι ιστοριές για ζωώδεις σεξουαλικές πρακτικές και αχαλίνωτες επιθυμίες για μουσική και χορό έγιναν τα κύρια θέματα των αναφορών των ιεραποστόλων και των ταξιδευτών στον "Νέο Κόσμο". (...) Ωστόσο, η υπερβολική έμφαση στη σεξουαλικότητα γυναικών και μαύρων -των μαγισσών και των διαβόλων- πρέπει επίσης να προέρχεται από τη θέση που καταλάμβαναν στον διεθνή καταμερισμό εργασίας, όπως αυτός αναδυόταν στηριζόμενος στον αποικισμό της Αμερικής, το εμπόριο σκλάβων και το κυνήγι μαγισσών. Κι αυτό, επειδή ο προσδιορισμός της έννοιας του μαύρου και της έννοιας της θηλυκότητας, ως σύμβολο χυδαιότητας και παραλογισμού, ταίριαζαν με τον αποκλεισμό των γυναικών στην Ευρώπη και των ανδρών και γυναικών στις αποικίες από το κοινωνικό συμβόλαιο που υποδήλωνε ο μισθός, και με την επακόλουθη φυσικοποίηση της εκμετάλλευσης τους.
    (...)
    Γνωρίζουμε επίσης ότι η επιδίωξη της τεχνολογικής κυριαρχίας επί της φύσης και του σφετερισμού των δημιουργικών δυνάμεων των γυναικών εξυπηρέτησαν διαφορετικά κοσμολογικά πλαίσια σκέψης. Οι μάγοι της Αναγέννησης είχαν παρόμοιους στόχους, ενώ η νευτώνεια φυσική ανακάλυψε την έλξη της βαρύτητας όχι χάρη σε μια μηχανιστική, αλλά σε μία μάλλον μαγική θεώρηση της φύσης. (...) Θα πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη μας ότι το πνευματικό ικρίωμα που στήριξε το διωγμό των μαγισσών δεν προέκυψε απευθείας από τις σελίδες του φιλοσοφικού ορθολογισμού. Επρόκειτο μάλλον για ένα μεταβατικό φαινόμενο, για ένα είδος ιδεολογικού συνονθυλεύματος που αναπτύχθηκε υπό την πίεση του έργου που έπρεπε να επιτελέσει. Στο εσωτερικό του συνδυάστηκαν στοιχεία από έναν φαντασιακό κόσμο της μεσαιωνικής χριστιανοσύνης, ορθολογικά επιχειρήματα και νεωτερικές γραφειοκρατικές δικαστικές διαδικασίες. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση του ναζισμού: Εκεί η λατρεία της επιστήμης και της τεχνολογίας συνδέθηκε με ένα υποτιθέμενο σχέδιο για την αποκατάσταση ενός αρχαϊκού, μυθικού κόσμου που βασιζόταν στους δεσμούς αίματος και στις προ-χρηματικές σχέσεις πίστης και υποταγής.
    Το επιχείρημα αυτό υιοθετεί ο Παρινέτο, σημειώνοντας ότι το κυνήγι μαγισσών αποτέλεσε ένα κλασικό στάδιο στην ιστορία του καπιταλισμού (δυστυχώς, όχι το τελευταίο), στο οποίο η "επιστροφή" αποτέλεσε μέσο για να προχωρήσει ο ίδιος μπροστά, με την έννοια ότι δημιούργησε τις συνθήκες για τη συσσώρευση κεφαλαίου.
    (...)
    Στον 18ο αιώνα, πλέον, η ευρωπαϊκή διανόηση άρχισε ακόμη και να καμαρώνει για τον διαφωτισμό της και προχώρησε με αυτοπεποίθηση στο ξαναγράψιμο της ιστορίας του κυνηγιού των μαγισσών, απορρίπτοντάς το ως προϊόν των μεσαιωνικών προκαταλήψεων.
    Last edited by paddy honey; 09-10-2016 at 22:13.

  2. #692
    Bittertruth sweetooth paddy honey's Avatar
    Join Date
    Feb 2016
    Location
    Dolce Vita
    Posts
    856

    Default "-"

    Ωστόσο, το φάντασμα των μαγισσών εξακολούθησε να στοιχειώνει τη φαντασία των κυρίαρχων τάξεων. Η αστική τάξη του Παρισιού επέστρεψε σε αυτό το 1871, προκειμένου να δαιμονοποιήσει τις γυναίκες Κομμουνάριες, κατηγορώντας τες ότι ήθελαν να κάψουν την πόλη. Πράγματι, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα πρότυπα για τις αποκρουστικές ιστορίες και εικόνες που ο αστικός τύπος χρησιμοποίησε για να κατασκευάσει το μύθο των pétroleuses (πυρπολητριών) αντλήθηκαν από το ρεπερτόριο του κυνηγιού των μαγισσών. Σύμφωνα με την περιγραφή της Édith Thomas, οι εχθροί της Κομμούνας υποστήριξαν ότι χιλιάδες προλετάριες τριγύριζαν μέρα-νύχτα στην πόλη, με δοχεία γεμάτα κηροζίνη και ετικέτες που έγραφαν "Β.Ρ.Β." ("bon pour brûler", "καλό για λαμπάδιασμα"). Υποτίθεται ότι ακολουθούσαν εντολές, αποτελώντας μέρος μιας γενικότερης συνωμοσίας για να γίνει το Παρίσι στάχτη εν όψει της προέλασης των στρατευμάτων από τις Βερσαλλίες. Η Τομά γράφει ότι "παντού έβλεπαν πυρπολήτριες. Στις περιοχές που είχαν καταληφθεί από το στρατό των Βερσαλλιών, αρκούσε να είναι μια γυναίκα φτωχή ή φτωχά ντυμένη και να κρατάει ένα καλάθι, ένα κουτί ή κάποιο μπουκάλι για να θεωρηθεί ύποπτη". Έτσι, εκατοντάδες γυναίκες εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες, ενώ οι εφημερίδες τις διέσυραν. Όπως η μάγισσα, έτσι και η pétroleuse απεικονιζόταν ως γριά γυναίκα, με ένα άγριο, κτηνώδες βλέμμα και με αχτένιστα μαλλιά. Στα χέρια της κρατούσε το δοχείο με το υγρό που χρησιμοποιούσε για τη διάπραξη των εγκλημάτων της.

  3. #693
    Bittertruth sweetooth paddy honey's Avatar
    Join Date
    Feb 2016
    Location
    Dolce Vita
    Posts
    856

    Default Henri Barbusse - Jésus

    14. Γράφει κανείς αυτά που πιστεύει. Και μετά πιστεύει αυτά που είναι γραμμένα. Η λέξη είναι ένα δημιούργημα της στιγμής και πεθαίνει σαν καθετί που ζει. Και τα βιβλία είναι τα κοιμητήρια των λέξεων.
    15. Τα γραμμένα λόγια είναι καμένα.
    16. Και η αλήθεια, που χρειάζεται τα λόγια, τα αγαπάει, τα λόγια όμως μισούν την αλήθεια.
    Spoiler

    Μετάφραση: Ντόρα Λαΐνη - Ζαγκούρογλου, Κεφ. 3

  4. #694
    Bittertruth sweetooth paddy honey's Avatar
    Join Date
    Feb 2016
    Location
    Dolce Vita
    Posts
    856

    Default Фёдор Миха́йлович Достое́вский - Бра́тья Карама́зовы

    Λένε και προφητεύουν πως θα 'ρθεις και θα ξανανικήσεις, θα 'ρθεις με τους εκλεκτούς Σου, με τους περήφανους και ισχυρούς Σου, μα εμείς θα πούμε πως αυτοί σώσανε μονάχα τον εαυτό τους κι εμείς σώσαμε τους πάντες. Λένε πως θα καταντροπιαστεί η πόρνη που κάθεται πάνω στο θηρίο και κρατάει στα χέρια της το μυστήριο, πως θα επαναστατήσουν ξανά οι αδύναμοι, πως θα ξεσκίσουν την πορφύρα της και θα γυμνώσουν το "μιαρό" κορμί της. Μα τότε εγώ θα σηκωθώ και θα Σου δείξω τα δισεκατομμύρια των ευτυχισμένων παιδιών, που δεν γνώρισαν την χαρτιά. Και μεις, εμείς που πήραμε πάνω μας τα κρίματά τους για να τους κάνουμε ευτυχισμένους, θα σταθούμε μπροστά Σου και θα Σου πούμε: "Δίκασε μας, αν μπορείς κι αν τολμάς".

    Μάθε πως δε Σε φοβάμαι. Μάθε πως και γω ήμουνα στην έρημο, πως και γω έζησα με ακρίδες κι αγριόριζες, πως και γω ευλογούσα την ελευθερία που μ' αυτήν Εσύ ευλόγησες τους ανθρώπους, πως και γω ετοιμαζόμουν να γίνω ένας απ' τους εκλεκτούς Σου, να γίνω ένας απ' τους ισχυρούς και τους μεγάλους, διψώντας να "συμπληρώσω τον αριθμό". Μα συνήλθα και δε θέλησα να υπηρετήσω την αφροσύνη. Γύρισα και προσχώρησα στην ομάδα εκείνων που διορθώσανε το έργο Σου. Εγκατέλειψα τους περήφανους και επέστρεψα στους ταπεινούς για να τους κάνω ευτυχισμένους. ' Όλα όσα Σου λέω θα γίνουν και η βασιλεία μας θα οικοδομηθεί. Σου ξαναλέω πως αύριο κιόλας θα δεις αυτή την υπάκουη αγέλη να τρέχει με το πρώτο μου νεύμα και να συνδαυλίζει την πυρά όπου θα Σε κάψω, γιατί ήρθες να μας ενοχλήσεις. Γιατί αν υπάρχει κανένας που να αξίζει περισσότερο από κάθε άλλον την πυρά μας, αυτός είσαι Εσύ. Αύριο θα Σε κάψω. Dixi. (είπα)

    http://selasforos.blogspot.gr/2007/04/16.html
    http://users.uoa.gr/~nektar/arts/pro...inquisitor.htm

  5. #695
    Bittertruth sweetooth paddy honey's Avatar
    Join Date
    Feb 2016
    Location
    Dolce Vita
    Posts
    856

    Default Victor Hugo - Notre-Dame de Paris

    “Yes,” he exclaimed, “Manou said it, and Zoroaster taught the same! the sun is born of fire, the moon of
    the sun. Fire is the soul of the Great All, its elementary atoms are diffused and constantly flowing by an
    infinity of currents throughout the universe. At the points where these currents cross each other in the
    heavens, they produce light; at their points of intersection in the earth, they produce gold. Light—gold; it
    is the same thing—fire in its concrete state; merely the difference between the visible and the palpable,
    the fluid and the solid in the same substance, between vapour and ice—nothing more. This is no dream; it
    is the universal law of Nature. But how to extract from science the secret of this universal law? What!
    this light that bathes my hand is gold! All that is necessary is to condense by a certain law these same
    atoms dilated by certain other laws! Yes; but how? Some have thought of burying a ray of sunshine.
    Averroës—yes, it was Averroës—buried one under the first pillar to the left of the sanctuary of the
    Koran, in the great Mosque of Cordova; but the vault was not to be opened to see if the operation was
    successful under eight thousand years.”

    “Diable!” said Jehan to himself, “rather a long time to wait for a florin!”

    “Others have thought,” continued the Archdeacon musingly, “that it were better to experiment upon a
    ray from Sirius. But it is difficult to obtain this ray pure, on account of the simultaneous presence of
    other stars whose rays mingle with it. Flamel considers it simpler to operate with terrestrial fire. Flamel!
    there’s predestination in the very name! Flamma! yes, fire—that is all. The diamond exists already in the
    charcoal, gold in fire—But how to extract it? Magistri affirms that there are certain female names which
    possess so sweet and mysterious a charm, that it suffices merely to pronounce them during the operation.
    Let us see what Manou says on the subject: ‘Where women are held in honour, the gods are well pleased:
    where they are despised, it is useless to pray to God. The mouth of a woman is constantly pure; it is as a
    running stream, as a ray of sunshine. The name of a woman should be pleasing, melodious, and give food
    to the imagination—should end in long vowels, and sound like a benediction.’ Yes, yes, the sage is right;
    for example, Maria—Sophia—Esmeral—Damnation! Ever that thought!”

    And he closed the book with a violent slam.

    He passed his hand over his brow as if to chase away the thought that haunted him. Then taking from
    the table a nail and a small hammer, the handle of which bore strange, painted, cabalistic figures—

    “For some time,” said he with a bitter smile, “I have failed in all my experiments. A fixed idea
    possesses me, and tortures my brain like the presence of a fiery stigma. I have not even succeeded in
    discovering the secret of Cassiodorus, whose lamp burned without wick or oil. Surely a simple matter
    enough!”

    “The devil it is!” muttered Jehan between his teeth.

    “One miserable thought, then,” continued the priest, “suffices to sap a man’s will and render him
    feeble-minded. Oh, how Claude Pernelle would mock at me—she who could not for one moment divert
    Nicholas Flamel from the pursuit of his great work! What! I hold in my hand the magic hammer of
    Zechieles! At every blow which, from the depths of his cell, the redoubtable rabbi struck with this
    hammer upon this nail that one among his enemies whom he had condemned would, even were he two
    thousand leagues away, sink an arm’s length into the earth which swallowed him up. The King of France
    himself, for having one night inadvertently struck against the door of the magician, sank up to his knees
    in his own pavement of Paris. This happened not three centuries ago. Well, I have the hammer and the
    nail, and yet these implements are no more formidable in my hands than a hammer in the hand of a
    smith. And yet all that is wanting is the magic word which Zechieles pronounced as he struck upon the
    nail.”

    “A mere trifle!” thought Jehan.

    “Come, let us try,” resumed the Archdeacon eagerly. “If I succeed, I shall see the blue spark fly from
    the head of the nail. Emen-Héten! Emen-Héten! That is not it—Sigeani! Sigeani! May this nail open the
    grave for whomsoever bears the name of Phœbus! A curse upon it again! Forever that same thought!”

    He threw away the hammer angrily. He then sank so low in his arm-chair and over the table that Jehan
    lost sight of him. For some minutes he could see nothing but a hand clenched convulsively on a book.
    Suddenly Dom Claude arose, took a pair of compasses, and in silence engraved upon the wall in capitals
    the Greek word:

    ΑΝΑΓΚΗ

    “My brother’s a fool,” said Jehan to himself; “it would have been much simpler to write Fatum.
    Everybody is not obliged to know Greek.”

    The Archdeacon reseated himself in his chair and clasped his forehead between his two hands, like a
    sick person whose head is heavy and burning.

  6. #696
    Bittertruth sweetooth paddy honey's Avatar
    Join Date
    Feb 2016
    Location
    Dolce Vita
    Posts
    856

    Default Ernest Hemingway - For Whom the Bell Tolls

    “The hell with them,” Robert Jordan said. “You tell me at camp. Come on, let’s go.”
    “Let me show you,” Anselmo said.
    “I’m going to look at it in the morning,” Robert Jordan said. “Here, take a swallow of this.”
    He handed the old man his flask. Anselmo tipped it up and swallowed.
    “Ayee,” he said and rubbed his mouth. “It is fire.”
    “Come on,” Robert Jordan said in the dark. “Let us go.”
    It was so dark now you could only see the flakes blowing past and the rigid dark of the
    pine trunks. Fernando was standing a little way up the hill. Look at that cigar store Indian,
    Robert Jordan thought. I suppose I have to offer him a drink.
    “Hey, Fernando,” he said as he came up to him. “A swallow?”
    “No,” said Fernando. “Thank you.”
    Thank you, I mean, Robert Jordan thought. I’m glad cigar store Indians don’t drink.
    There isn’t too much of that left. Boy, I’m glad to see this old man, Robert Jordan
    thought. He looked at Anselmo and then clapped him on the back again as they started
    up the hill.
    “I’m glad to see you, viejo,” he said to Anselmo. “If I ever get gloomy, when I see you it
    cheers me up. Come on, let’s get up there.”
    They were going up the hill in the snow.
    “Back to the palace of Pablo,” Robert Jordan said to Anselmo. It sounded wonderful in
    Spanish.
    “El Palacio del Miedo,” Anselmo said. “The Palace of Fear.”
    “La cueva de los huevos perdidos,” Robert Jordan capped the other happily. “The
    cave of the lost eggs.”
    “What eggs?” Fernando asked.
    “A joke,” Robert Jordan said. “Just a joke. Not eggs, you know. The others.”
    “But why are they lost?” Fernando asked.
    “I don’t know,” said Robert Jordan. “Take a book to tell you. Ask Pilar,” then he put his
    arm around Anselmo’s shoulder and held him tight as they walked and shook him.
    “Listen,” he said. “I’m glad to see you, hear? You don’t know what it means to find
    somebody in this country in the same place they were left.”
    It showed what confidence and intimacy he had that he could say anything against the
    country.
    “I am glad to see thee,” Anselmo said. “But I was just about to leave.”
    “Like hell you would have,” Robert Jordan said happily. “You’d have frozen first.”
    Spoiler
    Quote Originally Posted by paddy honey View Post
    Quote Originally Posted by menumission View Post
    δεν ηταν βλακεια το ποστ του: ιδού
    Spoiler
    Quote Originally Posted by menumission View Post
    Jewel, fifteen feet behind me, looking
    straight ahead, steps in a single stride through the window. Still staring
    straight ahead, his pale eyes like wood set into his wooden face, he crosses the
    floor in four strides with the rigid gravity of a cigar store Indian dressed in
    patched overalls and endued with life from the hips down, and steps in a single
    stride through the opposite window and into the path again just as I come around
    the corner. In single file and five feet apart and Jewel now in front, we go on
    up the path toward the foot of the bluff.

  7. #697
    O Mikros K8oulou When Black Roses Bloom's Avatar
    Join Date
    Aug 2003
    Location
    Mechanus
    Posts
    11,740

    Default

    Παλιό και αγαπημένο. Το θυμάμαι απο το δημοτικό, και για κάποιο λόγο πετάχτηκε στο μυαλό μου απόψε:

    Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα όνειρα μας.Η γιαγιά μας κουράστηκε. Θέλει να γείρει το κεφάλι της στα στήθια του παππού, που έχει καρφωμένα πίσω τα μάτια του μπας και ξεχωρίσει τίποτα απ' τη στεριά, τίποτα απ' τα Κιμιντένια. Μα πια δε φαίνεται τίποτα. Η νύχτα ρούφηξε μέσα της τα σχήματα και τους όγκους.Η γιαγιά γέρνει το κεφάλι της να το ακουμπήσει στα στήθια που την προστατέψανε όλες τις μέρες της ζωής της. Κάτι την μποδίζει και δεν μπορεί να βρει το κεφάλι ησυχία: Σαν ένας βόλος να είναι κάτω απ' το πουκάμισο του γέροντα.— Τι είναι αυτό εδώ; ρωτά σχεδόν αδιάφορα.Ο παππούς φέρνει το χέρι του. Το χώνει κάτω απ' το ρούχο, βρίσκει το μικρό ξένο σώμα που ακουμπά στο κορμί του και που ακούει τους χτύπους της καρδιάς του.— Τι είναι;— Δεν είναι τίποτα, λέει δειλά ο παππούς, σαν παιδί που έφταιξε. Δεν είναι τίποτα. Λίγο χώμα είναι.— Χώμα!Ναι, λίγο χώμα απ' τη γη τους. Για να φυτέψουν ένα βασιλικό, της λέει, στο ξένο τόπο που πάνε. Για να θυμούνται.Αργά τα δάχτυλα του γέροντα ανοίγουν το μαντίλι όπου είναι φυλαγμένο το χώμα.Ψάχνουν κει μέσα, ψάχνουν και τα δάχτυλα της γιαγιάς, σα να το χαϊδεύουν. Τα μάτια τους,δακρυσμένα, στέκουν εκεί.— Δεν είναι τίποτα λέω. Λίγο χώμα.Γη, Αιολική Γη, Γη του τόπου μου.

    http://www.onisimos.gr/images/2014/b...wind_earth.pdf
    Ravel: There is no room for '2' in the world of 1's and 0's, no place for 'mayhap' in a house of trues and falses, and no 'green with envy' in a black and white world.

  8. #698
    Bittertruth sweetooth paddy honey's Avatar
    Join Date
    Feb 2016
    Location
    Dolce Vita
    Posts
    856

    Default George Orwell - Homage to Catalonia

    Rank-and-file Communists everywhere are led away on a senseless witch-hunt after ‘Trotskyists’, and parties of the type of the P.O.U.M. are driven back into the terribly sterile position of being mere anti-Communist parties. There is already the beginning of a dangerous split in the world working-class movement. A few more libels against life-long Socialists, a few more frame-ups like the charges against the P.O.U.M., and the split may become irreconcilable. The only hope is to keep political controversy on a plane where exhaustive discussion is possible. Between the Communists and those who stand or claim to stand to the Left of them there is a real difference. The Communists hold that Fascism can be beaten by alliance with sections of the capitalist class (the Popular Front); their opponents hold that this manoeuvre simply gives Fascism new breeding-grounds. The question has got to be settled; to make the wrong decision may be to land ourselves in for centuries of semi-slavery. But so long as no argument is produced except a scream of ‘Trotsky-Fascist!’ the discussion cannot even begin. It would be impossible for me, for instance, to debate the rights and wrongs of the Barcelona fighting with a Communist Party member, because no Communist — that is to say, no ‘good’ Communist — could admit that I have given a truthful account of the facts. If he followed his party ‘line* dutifully he would have to declare that I am lying or, at best, that I am hopelessly misled and that anyone who glanced at the Daily Worker headlines a thousand miles from the scene of events knows more of what was happening in Barcelona than I do. In such circumstances there can be no argument; the necessary minimum of agreement cannot be reached. What purpose is served by saying that men like Maxton are in Fascist pay? Only the purpose of making serious discussion impossible. It is as though in the middle of a chess tournament one competitor should suddenly begin screaming that the other is guilty of arson or bigamy. The point that is really at issue remains untouched. Libel settles nothing.

    https://libcom.org/library/homage-to...-george-orwell

  9. #699
    Bittertruth sweetooth paddy honey's Avatar
    Join Date
    Feb 2016
    Location
    Dolce Vita
    Posts
    856

    Default Virginia Woolf - A room of one’s own

    Cats do not go to heaven. Women cannot write the plays of Shakespeare.

    Be that as it may, I could not help thinking, as I looked at the works of Shakespeare on the shelf, that the bishop was right at least in this; it would have been impossible, completely and entirely, for any woman to have written the plays of Shakespeare in the age of Shakespeare. Let me imagine, since facts are so hard to come by, what would have happened had Shakespeare had a wonderfully gifted sister, called Judith, let us say. Shakespeare himself went, very probably—his mother was an heiress—to the grammar school, where he may have learnt Latin—Ovid, Virgil and Horace—and the elements of grammar and logic. He was, it is well known, a wild boy who poached rabbits, perhaps shot a deer, and had, rather sooner than he should have done, to marry a woman in the neighbourhood, who bore him a child rather quicker than was right. That escapade sent him to seek his fortune in London. He had, it seemed, a taste for the theatre; he began by holding horses at the stage door. Very soon he got work in the theatre, became a successful actor, and lived at the hub of the universe, meeting everybody, knowing everybody, practising his art on the boards, exercising his wits in the streets, and even getting access to the palace of the queen. Meanwhile his extraordinarily gifted sister, let us suppose, remained at home. She was as adventurous, as imaginative, as agog to see the world as he was. But she was not sent to school. She had no chance of learning grammar and logic, let alone of reading Horace and Virgil. She picked up a book now and then, one of her brother’s perhaps, and read a few pages. But then her parents came in and told her to mend the stockings or mind the stew and not moon about with books and papers. They would have spoken sharply but kindly, for they were substantial people who knew the conditions of life for a woman and loved their daughter—indeed, more likely than not she was the apple of her father’s eye. Perhaps she scribbled some pages up in an apple loft on the sly but was careful to hide them or set fire to them. Soon, however, before she was out of her teens, she was to be betrothed to the son of a neighbouring woolstapler. She cried out that marriage was hateful to her, and for that she was severely beaten by her father. Then he ceased to scold her. He begged her instead not to hurt him, not to shame him in this matter of her marriage. He would give her a chain of beads or a fine petticoat, he said; and there were tears in his eyes. How could she disobey him? How could she break his heart? The force of her own gift alone drove her to it. She made up a small parcel of her belongings, let herself down by a rope one summer’s night and took the road to London. She was not seventeen. The birds that sang in the hedge were not more musical than she was. She had the quickest fancy, a gift like her brother’s, for the tune of words. Like him, she had a taste for the theatre. She stood at the stage door; she wanted to act, she said. Men laughed in her face. The manager—a fat, loose-lipped man—guffawed. He bellowed something about poodles dancing and women acting—no woman, he said, could possibly be an actress. He hinted—you can imagine what. She could get no training in her craft. Could she even seek her dinner in a tavern or roam the streets at midnight? Yet her genius was for fiction and lusted to feed abundantly upon the lives of men and women and the study of their ways. At last—for she was very young, oddly like Shakespeare the poet in her face, with the same grey eyes and rounded brows—at last Nick Greene the actor-manager took pity on her; she found herself with child by that gentleman and so—who shall measure the heat and violence of the poet’s heart when caught and tangled in a woman’s body?—killed herself one winter’s night and lies buried at some cross-roads where the omnibuses now stop outside the Elephant and Castle.

    That, more or less, is how the story would run, I think, if a woman in Shakespeare’s day had had Shakespeare’s genius. But for my part, I agree with the deceased bishop, if such he was—it is unthinkable that any woman in Shakespeare’s day should have had Shakespeare’s genius. For genius like Shakespeare’s is not born among labouring, uneducated, servile people. It was not born in England among the Saxons and the Britons. It is not born to-day among the working classes. How, then, could it have been born among women whose work began, according to Professor Trevelyan, almost before they were out of the nursery, who were forced to it by their parents and held to it by all the power of law and custom? Yet genius of a sort must have existed among women as it must have existed among the working classes. Now and again an Emily Brontë or a Robert Burns blazes out and proves its presence. But certainly it never got itself on to paper. When, however, one reads of a witch being ducked, of a woman possessed by devils, of a wise woman selling herbs, or even of a very remarkable man who had a mother, then I think we are on the track of a lost novelist, a suppressed poet, of some mute and inglorious Jane Austen, some Emily Brontë who dashed her brains out on the moor or mopped and mowed about the highways crazed with the torture that her gift had put her to. Indeed, I would venture to guess that Anon, who wrote so many poems without singing them, was often a woman. It was a woman Edward Fitzgerald, I think, suggested who made the ballads and the folk-songs, crooning them to her children, beguiling her spinning with them, or the length of the winter’s night.

    This may be true or it may be false—who can say?—but what is true in it, so it seemed to me, reviewing the story of Shakespeare’s sister as I had made it, is that any woman born with a great gift in the sixteenth century would certainly have gone crazed, shot herself, or ended her days in some lonely cottage outside the village, half witch, half wizard, feared and mocked at. For it needs little skill in psychology to be sure that a highly gifted girl who had tried to use her gift for poetry would have been so thwarted and hindered by other people, so tortured and pulled asunder by her own contrary instincts, that she must have lost her health and sanity to a certainty. No girl could have walked to London and stood at a stage door and forced her way into the presence of actor-managers without doing herself a violence and suffering an anguish which may have been irrational—for chastity may be a fetish invented by certain societies for unknown reasons—but were none the less inevitable. Chastity had then, it has even now, a religious importance in a woman’s life, and has so wrapped itself round with nerves and instincts that to cut it free and bring it to the light of day demands courage of the rarest. To have lived a free life in London in the sixteenth century would have meant for a woman who was poet and playwright a nervous stress and dilemma which might well have killed her. Had she survived, whatever she had written would have been twisted and deformed, issuing from a strained and morbid imagination. And undoubtedly, I thought, looking at the shelf where there are no plays by women, her work would have gone unsigned. (...) Currer Bell, George Eliot, George Sand, all the victims of inner strife as their writings prove, sought ineffectively to veil themselves by using the name of a man. Thus they did homage to the convention, which if not implanted by the other sex was liberally encouraged by them (the chief glory of a woman is not to be talked of, said Pericles, himself a much-talked-of man) that publicity in women is detestable. (...) They are not even now as concerned about the health of their fame as men are, and, speaking generally, will pass a tombstone or a signpost without feeling an irresistible desire to cut their names on it, as Alf, Bert or Chas. must do in obedience to their instinct, which murmurs if it sees a fine woman go by, or even a dog, Ce chien est a moi.
    (...)
    That woman, then, who was born with a gift of poetry in the sixteenth century, was an unhappy woman, a woman at strife against herself. All the conditions of her life, all her own instincts, were hostile to the state of mind which is needed to set free whatever is in the brain. But what is the state of mind that is most propitious to the act of creation? I asked. Can one come by any notion of the state that furthers and makes possible that strange activity?
    (...)
    And one gathers from this enormous modern literature of confession and self-analysis that to write a work of genius is almost always a feat of prodigious difficulty. Everything is against the likelihood that it will come from the writer’s mind whole and entire. Generally material circumstances are against it. Dogs will bark; people will interrupt; money must be made; health will break down. (...) If anything comes through in spite of all this, it is a miracle, and probably no book is born entire and uncrippled as it was conceived.
    (...)
    The woman composer stands where the actress stood in the time of Shakespeare. Nick Greene, I thought, remembering the story I had made about Shakespeare’s sister, said that a woman acting put him in mind of a dog dancing. Johnson repeated the phrase two hundred years later of women preaching. And here, I said, opening a book about music, we have the very words used again in this year of grace, 1928, of women who try to write music. ‘Of Mlle. Germaine Tailleferre one can only repeat Dr Johnson’s dictum concerning, a woman preacher, transposed into terms of music. “Sir, a woman’s composing is like a dog’s walking on his hind legs. It is not done well, but you are surprised to find it done at all.” So accurately does history repeat itself.

    https://ebooks.adelaide.edu.au/w/woo.../chapter3.html

  10. #700
    perfect beast commissar's Avatar
    Join Date
    Sep 2010
    Location
    lethe
    Posts
    2,283

    Default

    ~Χθες αργά το βράδυ άκουγα κάποιον στη γειτονιά να παίζει στην κιθάρα κάποιο κλασικό κομμάτι. Έκανε συνέχεια λάθη, σταματούσε και ξαναξεκίναγε, μέχρι που κάποια στιγμή μάλλον κουράστηκε ή απογοητεύτηκε και φάνηκε να τα παρατάει. Τόσην ώρα είχα απορήσει που δεν είχε βγει κανένας στο παράθυρο να διαμαρτυρηθεί - η ώρα ήταν περασμένη. Δεν πρέπει να πέρασε ούτε ένα λεπτό σιωπής και τότε ακούστηκε μια φωνή να λέει "Δεν πειράζει φίλε... Ξαναπροσπάθησε".

    ~Έχετε γνωρίσει ποτέ κάποιον που δεν έχει δει ποτέ του τη θάλασσα; Εγώ γνώρισα πριν από λίγα χρόνια έναν σε κάποιο χωριό της Αργιθέας. Όταν με ρώτησε από πού είμαι και του είπα από τον Βόλο, μου απάντησε "α... από τη θάλασσα!". Μου έκανε εντύπωση ο ενθουσιασμός του, αλλά όταν μετά μου εξήγησε ότι την έχει δει μονάχα από την τηλεόραση, η έκπληξή μου έγινε ακόμα μεγαλύτερη.

    (...)

    Όλοι μας θέλαμε να απολαύσουμε από πρώτο χέρι τις αντιδράσεις του όταν θα φτάναμε στην είσοδο του Βόλου και θα αποκαλυπτόταν ο Παγασητικός μπροστά στα μάτια του. Έτσι όπως ήταν άμαθος στα ταξίδια, ζαλίστηκε μάλλον κατά τη διάρκεια της διαδρομής και αποκοιμήθηκε.
    "Ξύπνα, ρε! Κοίτα εκεί! Η θάλασσα..."

    Αυτός τότε άνοιξε τα μάτια του, κοίταξε μπροστά του ανέκφραστος και ύστερα μας είπε:
    "Αυτό είναι όλο; Στο όνειρό μου ήταν καλύτερη".

    -I remember you as a little boy. The man before me I don’t know at all.
    -When I see my reflection I feel the same thing myself.

  11. #701
    Ξυδόμπαρμπας Raven Lord's Avatar
    Join Date
    Sep 2003
    Location
    100% τυρί
    Posts
    17,838

    Default

    Quote Originally Posted by commissar View Post
    ~Χθες αργά το βράδυ άκουγα κάποιον στη γειτονιά να παίζει στην κιθάρα κάποιο κλασικό κομμάτι. Έκανε συνέχεια λάθη, σταματούσε και ξαναξεκίναγε, μέχρι που κάποια στιγμή μάλλον κουράστηκε ή απογοητεύτηκε και φάνηκε να τα παρατάει. Τόσην ώρα είχα απορήσει που δεν είχε βγει κανένας στο παράθυρο να διαμαρτυρηθεί - η ώρα ήταν περασμένη. Δεν πρέπει να πέρασε ούτε ένα λεπτό σιωπής και τότε ακούστηκε μια φωνή να λέει "Δεν πειράζει φίλε... Ξαναπροσπάθησε".

    ~Έχετε γνωρίσει ποτέ κάποιον που δεν έχει δει ποτέ του τη θάλασσα; Εγώ γνώρισα πριν από λίγα χρόνια έναν σε κάποιο χωριό της Αργιθέας. Όταν με ρώτησε από πού είμαι και του είπα από τον Βόλο, μου απάντησε "α... από τη θάλασσα!". Μου έκανε εντύπωση ο ενθουσιασμός του, αλλά όταν μετά μου εξήγησε ότι την έχει δει μονάχα από την τηλεόραση, η έκπληξή μου έγινε ακόμα μεγαλύτερη.

    (...)

    Όλοι μας θέλαμε να απολαύσουμε από πρώτο χέρι τις αντιδράσεις του όταν θα φτάναμε στην είσοδο του Βόλου και θα αποκαλυπτόταν ο Παγασητικός μπροστά στα μάτια του. Έτσι όπως ήταν άμαθος στα ταξίδια, ζαλίστηκε μάλλον κατά τη διάρκεια της διαδρομής και αποκοιμήθηκε.
    "Ξύπνα, ρε! Κοίτα εκεί! Η θάλασσα..."

    Αυτός τότε άνοιξε τα μάτια του, κοίταξε μπροστά του ανέκφραστος και ύστερα μας είπε:
    "Αυτό είναι όλο; Στο όνειρό μου ήταν καλύτερη".

    αυτό με τη θάλασσα παίζει πολύ στα ορεινά της θεσσαλίας. πολλοί μεγάλοι άνθρωποι δεν έχουν δει ή είδαν θάλασσα πρώτη φορά σε μεγάλη ηλικία. πολλοί επίσης, είδαν πρώτη φορά θάλασσα στα ξερονήσια όπου έκαναν εξορία ... πελάτης μου διηγιόταν ότι πρώτη φορά είδε θάλασσα όταν έκαναν στάση στο βόλο για να μεταφερθούν στις φυλακές στο τρίκερι. 14 χρονών αυτός και πολλοί ακόμη από το χωριό, πρώτη φορά είχαν επαφή με θαλασσινό νερό. κάποιοι έσκυψαν για να πιούν
    Rock or Nothing

  12. #702
    Señor Member Art In Haste's Avatar
    Join Date
    Aug 2009
    Location
    Macedonia, Lloegyr, Campo Gibraltar
    Posts
    5,372

    Default

    Το βιβλίο λέει;

  13. #703
    perfect beast commissar's Avatar
    Join Date
    Sep 2010
    Location
    lethe
    Posts
    2,283

    Default

    Quote Originally Posted by Art In Haste View Post
    Το βιβλίο λέει;
    Δεν είμαι αντικειμενικός γιατί μου αρέσει πολύ η γραφή του, τσέκαρε
    -I remember you as a little boy. The man before me I don’t know at all.
    -When I see my reflection I feel the same thing myself.

  14. #704
    Bittertruth sweetooth paddy honey's Avatar
    Join Date
    Feb 2016
    Location
    Dolce Vita
    Posts
    856

    Default Abel Paz - Chumberas y alacranes

    Αυτός ήταν ο αέρας που ανέπνεε κανείς στη χώρα όταν, τέσσερις μέρες μετά τη γέννησή μου, μόλις επέστρεψε ο πατέρας μου από το θερισμό και έπρεπε να με δηλώσει στο Ληξιαρχείο, η μάνα μου τον συμβούλευσε να με καταχωρήσει ως κορίτσι και όχι ως αγόρι.

    Αργότερα, όταν μου διηγήθηκε η ίδια το περιστατικό, μου παρουσίασε τον εξής συλλογισμό: "Ήξερα ότι οι γυναίκες δεν πήγαιναν στρατό κι αν σε περνούσαμε έτσι δε θα κληρωνόσουνα ποτέ".

    Για κάμποσο καιρό η μάνα μου ζούσε με αυτό το ψέμα, φτάνοντας στο σημείο να αλλάζει το φύλο μου ακόμα και μπροστά στις φίλες τις, φωνάζοντάς με Ρόσα, σαν εκέινη. Ώσπου μια μέρα ο πατέρας μου της έκοψε τα φτερά, ομολογώντας της ότι δεν είχε το θάρρος να κάνει αυτό που του ζήτησε και με είχε καταχωρήσει ως αγόρι. Ωστόσο, οι περιστάσεις θέλησαν, μέσω άλλων οδών, να εκπληρωθεί η επιθυμία της, αφού ποτέ δεν πήγα στρατό κι αν έπιασα τουφέκι το έκανα για να υπερασπιστώ τον εργατικό αγώνα που ήταν κι ο μόνος στον οποίο πίστευα.

    Spoiler
    Quote Originally Posted by paddy honey View Post
    Το άρχισα σήμερα



    https://www.katesharpleylibrary.net/v41q3n

  15. #705
    Bittertruth sweetooth paddy honey's Avatar
    Join Date
    Feb 2016
    Location
    Dolce Vita
    Posts
    856

    Default -"-

    Η εξουσία δεν είναι ούτε αριστερή ούτε δεξιά. Η εξουσία έχει τη δική της δυναμική' είναι η εξουσία, για αυτό, όποιος και να την ασκεί, πάντα χτυπάει την ελευθερία.

Similar Threads

  1. The Godfather Thread
    By blackbird in forum Cinema/DVD/TV/Θέατρο
    Replies: 65
    Last Post: 17-10-2012, 16:26
  2. Apospasmata Berzerk
    By carheart in forum Literature
    Replies: 0
    Last Post: 20-07-2008, 20:59
  3. Request Thread
    By Vicotnik in forum Music Discussion
    Replies: 6
    Last Post: 12-11-2007, 01:38
  4. The Now Downloading Thread
    By Kalki in forum General Discussion
    Replies: 4
    Last Post: 19-11-2005, 05:24
  5. The I'm Looking For/Trade Thread
    By Kalki in forum Music Discussion
    Replies: 4
    Last Post: 06-07-2005, 20:36

Tags for this Thread

Posting Permissions

  • You may not post new threads
  • You may not post replies
  • You may not post attachments
  • You may not edit your posts
  •